Το κολλυβο είναι μια ονομασία η οποία επικράτησε να λέγεται στην περιοχή των ευκαλύπτων. Όπως αναφέρεται στην ιστορία, εκεί σ αυτή την περιοχή ονόμαζαν τα κόλλυβα. Το σιτάρι, το βρασμένο το ονόμαζαν κόλλυβα. Και όταν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ο αυτοκράτορας θέλησε, ο οποίος δεν ήταν Χριστιανός, θέλησε να μολύνει τους χριστιανούς, αποσύροντας όλα τα τρόφιμα και όλη την εβδομάδα, την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να τους αναγκάσει για να φανε ειδωλόθυτα και το Σαββατοκύριακο που όπως ήξερε, όπως γινόταν και όπως γίνεται μέχρι σήμερα, κρατούσαν οι πιστοί όλη αυτή την εβδομάδα. Έβγαλε τα. Τα εδέσματα, τα ειδωλόθυτα ραντισμένα με αίμα ή κρέατα από τα είδωλα να τα πουλήσει στην αγορά. Κι αφού δεν θα υπήρχε κάτι άλλο καθαρό, αναγκαστικά αυτό θα έπαιρναν οι χριστιανοί να φάνε. Όμως. Ο Άγιος Θεόδωρος φύλαξε τους πιστούς. Και εμφανίστηκε στον Επίσκοπο, στον Πατριάρχη και του λέει. Το Σάββατο που θα αρχίσει να καταλύεται. Λοιπόν να μην. Να μην πάτε να αγοράσετε από αυτά τα τρόφιμα που προσφέρει στην αγορά ο αυτοκράτορας, γιατί είναι όλα ειδωλόθυτα. Και ραντισμενα λοιπόν από το αίμα των ειδώλων, των ειδωλοθύτων. Αλλά πως οι χριστιανοί, Πως θα οικονομηθούν οι χριστιανοί; θα βράσεις κόλλυβα. Και θα τα μοιράσεις στους πιστούς για να οικονομηθούν, όπως λένε, για να φάνε, να μπορέσουν να. Να αντέξουν στο υπόλοιπο της νηστείας. Και πράγματι αυτό έγινε. Έβρασαν κόλλυβα, μοίρασαν στους πιστούς και έτσι δεν αγόρασε κανείς από τους χριστιανούς ειδολοθυτο να φάει και να μολυνθεί και κατάλαβε ο Πατριάρχης ότι ήταν ο Άγιος Θεόδωρος, διότι τον είδες στο όραμα του από τη λέξη κόλλυβα; Τον ρώτησε Και ποιος είσαι εσύ; Τι είναι αυτά τα κόλλυβα; Ο Πατριαρχης δεν το ήξερε. Τι είναι αυτό; Τα κόλλυβα είναι το βρασμένο σιτάρι, όπως το λέμε εδώ στην πατρίδα ήταν ο Αγιος θεοδωρος ο τυρων.  

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Ο βασικός τρόπος είναι αυτός του να βράσουμε τα κόλλυβα και να τα ανακατέψουμε μαζί με διάφορα ξηροκάρπια και ζάχαρη και να το φάνε. Αυτό είναι το κοινό, το πρακτικό, το γενικό τώρα. Από εκεί και πέρα υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Υπάρχουν διάφορα μείγματα μέσα, διάφορες προσμίξεις, διάφορους ξηρούς καρπούς ο καθένας την προτίμησή του, η ζάχαρη απλή, η άχνη ή διάφορα άλλα πράγματα. Μάλιστα στα μνημόσυνα τα στολίσουν, τα βάζουν και διάφορα σαντιγί από πάνω και ούτω καθεξής. 

Το σιτάρι, όταν το σπείρει ο άνθρωπος και το ρίξει κάτω στη γη και παραχονεται μέσα στο χώμα, σκεπάζεται από το χώμα, σαπίζει και έτσι φυτρώνει, πετιέται το κεντρί και βγαίνει. Και βγαίνει λοιπόν μετά ο βλαστός ο καινούργιος, ο οποίος ενώ είναι ένα σπυρί, τελικά αποδίδει εκατό τριπλάσια σπυριά. Λοιπόν, έτσι ακριβώς είναι και η ψυχή όταν φύγει από αυτό το σώμα και όταν αυτό το σώμα μπει μέσα στη γη και θαφτεί και φαίνεται ότι πλέον έλιωσε γεννήθηκε. Η ψυχή όμως ανθίζει και το νέο πνευματικό σώμα, το οποίο θα βγει μετά εν ημέρα κρίσεως στη Δευτέρα Παρουσία, θα είναι σαν το σιτάρι το οποίο αποδίδει εκατονταπλάσια.